Ο Γιάννης Μερεκούλιας , ο τελευταίος παραδοσιακός ράφτης της Σπάρτης , έκλεισε για τελευταία φορά την πόρτα του ραφτάδικου και βγαίνει στη σύνταξη. Σε ένδειξη τιμής και φιλίας ξαναδημοσιεύω το αφιέρωμα που είχα γράψει για το Γιάννη , πριν από 2 χρόνια ! Φίλε Γιάννη , καλή συνέχεια στο νέο κεφάλαιο της ζωής σου !!!
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑΣ
Ο τελευταίος ράφτης της Σπάρτης
Τη στιγμή που ένας προϊστορικός άνθρωπος ένωσε δυο κομμάτια από δέρμα με τη βοήθεια μιας «βελόνας» από κόκαλο και μιας «κλωστής» από κάποια κληματσίδα ή ένα νεύρο ζώου , για να αντέξει το κρύο , γεννήθηκε ο πρώτος «ράφτης» της ανθρωπότητας και η τέχνη της «Ραπτικής» , μια τέχνη που έμελλε να συνοδεύσει τον Άνθρωπο στη μακρόχρονη πορεία του πάνω στη γη και που θα «πεθάνει» μαζί του κάποτε , αφού η ραπτική έχει σχέση με μια κορυφαία βιολογική ανάγκη του ανθρώπου , αυτήν του ντυσίματος .
Σε κάθε μικρή ή μεγάλη ανθρώπινη κοινότητα , σε χωριά και πόλεις , οι ραφτάδες αποτελούσαν μιαν αξιοσέβαστη επαγγελματική τάξη απόλυτα αναγκαία για την ζωή των ανθρώπων της . Το πόσο πολύ είναι ζυμωμένη η ραφτική και ο ράφτης μέσα στην ανθρώπινη κοινωνική συνείδηση φαίνεται και από το γεγονός ότι έχουν μια σημαντική παρουσία τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια παράδοση μέσα από τα παραμύθια , τις παραδόσεις , τα τραγούδια , τα αινίγματα , τις παροιμίες , κλπ ενώ για πολλούς ανθρώπους το επάγγελμα «ράφτης» έγινε επώνυμο «Ράφτης» !
Στη Σπάρτη η τέχνη της «Ραπτικής» άνθισε κυριολεκτικά αφήνοντας στη συλλογική μνήμη τα ονόματα εξαίρετων Ραφτών , που φρόντισαν με περισσή επιμέλεια και ραπτική τεχνική για την ενδυμασία των αντρών εκείνων των εποχών .
Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Γιάννης Μερεκούλιας , ο τελευταίος εν ενεργεία ράφτης της Σπάρτης και της ευρύτερης περιοχής !
Η ζωή του του Γιάννη Μερεκούλια μοιάζει να είναι βγαλμένη από παλιά , καλή ελληνική ταινία :
Γεννήθηκε στο κεφαλοχώρι Κεφαλάς του Πάρνωνα στα 1953 :
«Δώδεκα χρονών τέλειωσα το Δημοτικό . Μ’ άρεσε το σχολείο … ήθελα να μάθω γράμματα … δεν τα κατάφερα . Δεν είχαμε εμείς οικονομικές ευχέρειες τότε.»
Έτσι , παιδάκι ακόμα , πήρε το δρόμο της «μικρής ξενιτιάς» για την πρωτεύουσα , τη Σπάρτη , για να βρει κάποια δουλειά .
Πρώτα δούλεψε σαν γκαρσόνι στο καφενείο ΤΣΑΡΟΥΧΑ χαμηλά στην Παλαιολόγου .
Ολημερίς σερβίρισμα και το βράδυ ύπνος στρωματσάδα στην αποθήκη του καφενείου , με προσκεφάλι ένα καφάσι από πορτοκαλάδες και πολλά – πολλά όνειρα . Αγνό και άμαθο παιδί του χωριού ακόμα , βίωσε ένα περιστατικό που έγινε αιτία ν’ αφήσει αυτή τη δουλειά μέσα σε μια βδομάδα :
«…Πάω σ’ ένα μαγαζί και μου λένε : φέρε ένα περγαμότο και έναν «ναι και όχι» . Λέω: με κοροϊδεύουνε ! Τι πάει να πει «ναι και όχι» … περγαμότο … τι λέει το «γαμώτο» … Κι έτσι όταν γύρισα , δεν την έδωσα την παραγγελία . Μετά από λίγο παίρνουν τηλέφωνο στα αφεντικά και λένε : Πού είναι η παραγγελία ; Ω ρε Παναγία μου !!! Με μαλώσανε …Εγώ , τους λέω , νόμισα ότι με κοροϊδεύανε… Και μετά τελείωσα . Λέω δεν κάνει αυτή η δουλειά για μένα ! Έβγαλα την άσπρη ποδιά κι έφυγα. Γύρισα με τα πόδια στο χωριό μου» !
Δεύτερη δουλειά που βρήκε ήταν στο καφεκοπτείο «ΠΕΡΓΑΝΤΗ» στις καμάρες της οδού Ευαγγελιστρίας , δίπλα από το υποδηματοποιείο «ΑΛΑΤΣΑ» . Δεν έβλεπε μέλλον όμως και σ’ αυτήν τη δουλειά . Εκείνο που ήθελε ο Γιάννης ήταν να μάθει μια τέχνη για να κερδίσει τη ζωή του . Αποφάσισε , λοιπόν , να γίνει ράφτης . Σχολές δεν υπήρχαν τότε πολλές και η μόνη δυνατότητα που είχαν τα παιδιά για να μάθουν μια δουλειά , μια τέχνη, ήταν να πάνε μαθητευόμενοι κοντά σε κάποιον τεχνίτη :
«Ήτανε ο αδερφός του πατέρα μου ράφτης …Μερεκούλιας Παναγιώτης …είχε ραφείο στη Διοσκούρων σ’ ένα υπόγειο.»
Εκεί πήγε ο Γιάννης . Μικρός και άμαθος όπως ήταν , έπρεπε να ξεκινήσει από την αλφαβήτα της ραπτικής , από τα εύκολα :
«Ο μπάρμπας μου , στην αρχή , μου ’δωσε τη δαχτυλήθρα και τη βελόνα να μάθω να βελονιάζω . Ήταν άλλα τρία παιδιά εκεί . Εγώ ήμουν ο τελευταίος . Μετά από μένα δεν ξανάρθε μικρότερος . Μας έδινε δουλειές μικρότερες , αγγαρείες , στην αρχή . Κάνε τούτο δω , καρίκωσε τούτο , βάλε τούτο το κουμπί …ας πούμε , δηλαδή , δεύτερες δουλειές.»
Ο μικρός Γιάννης , όμως , που είχε μέσα του φλόγα να μάθει τη δουλειά , κοιτούσε , παρατηρούσε τον μάστορα όταν δούλευε και «ξεσήκωνε» στο μυαλό του την τέχνη και τα μυστικά της . Κι όταν ο μάστορας κατάλαβε ότι «έπιαναν τα χέρια του» και είχε μεράκι , άρχισε να του δίνει περισσότερη και πιο ουσιαστική δουλειά , ώστε να ξετρίψει και να γίνει ένας καλός ράφτης .
Η δουλειά στα ραφεία εκείνη την εποχή , 10ετία 1960 , ήταν απίστευτη κι αυτό έδωσε στο Γιάννη το Μερεκούλια την ευκαιρία να μάθει άριστα τη δουλειά του ράφτη και να νιώθει έτοιμος να πετάξει με τα δικά του τα φτερά :
«Από το 1966 μέχρι το 1973 που πήγα φαντάρος ήμουνα εκεί , στον μπάρμπα μου . Δούλευα συνέχεια . Μέχρι τότε δυσκολευόμουνα . Πέντε – έξι χρόνια τα ’θελες οπωσδήποτε για να γίνεις ράφτης.»
Γυρίζοντας από το στρατό κι έχοντας έντονο το αίσθημα της ευθύνης απέναντι στις επαγγελματικές υποχρεώσεις που θα αναλάμβανε , έψαξε να βρει μια σχολή για να μάθει ΚΑΙ τη θεωρία της τέχνης του , να συμπληρώσει τις πρακτικές γνώσεις που είχε αποκτήσει στον θείο του και να γίνει ράφτης «με τα όλα του» :
«Οι παλιοί , πρακτικοί ραφτάδες , είχαν αρχίσει να παραγκωνίζονται . Ο κόσμος είχε μεγαλύτερες απαιτήσεις από τα ρούχα του . Έπρεπε να φτιάχνεις ρούχα καλά .Τότε φτιάχνανε τα ρούχα και «καθόντουσαν όρθια» ! Κοίτα στις ταινίες της εποχής τον Τόλη Βοσκόπουλο κι όλους τους άλλους ! Τους έβλεπες κι ήτανε ζωγραφισμένοι ! Αυτή η εποχή ήτανε η καλύτερη στη ραφτική» .
Πήγε στην Αθήνα και φοίτησε στη ελληνικό παράρτημα της γερμανικής σχολής κοπτικής-ραπτικής «RUNDSCHAU ZUSCHNEIDESCULE – M. MULLER & SOHN» απ’ όπου πήρε το δίπλωμά του το Φεβρουάριο του 1976 . Μετά ήρθε στη Σπάρτη , ανέλαβε το ραφείο του θείου του και το 1978 μεταφέρθηκε στο σημερινό μαγαζί στην οδό Κ. Παλαιολόγου 111 .
Η ραφτική εξακολουθούσε να βρίσκεται στη «χρυσή εποχή» της και ο Γιάννης με όρεξη και ζέση , ως νέος ράφτης (και μάλιστα με σπουδές) , ξεκίνησε το μεγάλο αγώνα της ζωής:
«Δούλευα από το πρωί , 8 η ώρα , μέχρι τις 1 τα μεσάνυχτα , με στάση μόνο για φαΐ το μεσημέρι ! Δηλαδή , να πάω να φάω στα πεταχτά και να ’ρθω πάλι για δουλειά . Να φανταστείς Μεγάλη Βδομάδα …Μεγάλη Παρασκευή …πηγαίναμε στην εκκλησία και γυρίζαμε μετά για δουλειά .Κλείναμε τις πόρτες , γιατί θα περνούσε ο Επιτάφιος , και μέσα…δουλειά …να προλάβουμε τις παραγγελίες για τα κουστούμια της Ανάστασης ! Μιλάμε για πολλή δουλειά τότε.»
Στη 10ετία του 1980 η δουλειά συνέχιζε να είναι σε άνθιση . Οι παλιοί ραφτάδες άρχιζαν σιγά-σιγά να αποχωρούν από τη δουλειά κι ο Γιάννης κοιτάζοντας πίσω στο παρελθόν και μπροστά στο μέλλον διαπίστωνε με λύπη πως ήταν ο τελευταίος της «φρουράς» των ραφτών της Σπάρτης :
«Δεν έχω γνωρίσει άλλον μικρότερο από μένα να ασχολείται με τη βελόνα . Ήμουν ο τελευταίος που μπήκε στη ραφτική οικογένεια κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα . Και βλέπω … και τελευταίος που φεύγω ….πάλι κλείνω την πόρτα.»
Η αίσθηση αυτή του «τελευταίου ράφτη της Σπάρτης» γεμίζει το Γιάννη Μερεκούλια με αντικρουόμενα συναισθήματα :
«Σκέφτεσαι ότι από παιδί 13 χρονών έμαθες μια δουλειά και βλέπεις ότι χάνεται . Απ’ τη μια μεριά λες έμαθα κάτι ωραίο …δεν ήτανε τυχαίο …είχε θέση καλή ο ράφτης εκείνη την εποχή , γιατί επικοινωνούσε … και τον βασιλιά τον έβαζε προσοχή …κι από την άλλη λυπάσαι γιατί βλέπεις μια όμορφη τέχνη να χάνεται και ξέρεις ότι μετά από σένα δεν θα υπάρξει άλλος ράφτης πια στη Σπάρτη.»
Στα μέσα της 10ετίας του 1990 η ραφτική άρχισε να παρακμάζει :
Μετά το 1995 άρχισαν τα πράγματα και δυσκολεύανε γιατί μπήκε το έτοιμο ρούχο στην αγορά και βγήκε καλό έτοιμο πλέον . Στο μεταξύ άλλαξε και η μόδα . Άρχισε ο κόσμος να μη νοιάζεται για το ρούχο που φορούσε . Ενώ στην εποχή μας ακόμα και οι πολύ μικρές λεπτομέρειες έπαιζαν ρόλο . Για να καταλάβεις , είχε ειπωθεί «ένα σπιρτόξυλο κόντυμα το μανίκι» !!! Κοιτάγαμε να μην έχει το κουστούμι το παραμικρό ελάττωμα . Ενώ τώρα φοράνε του κόσμου τις γελοιότητες… σώματα « μηδέν» που όλοι θα ’πρεπε να έχουν πάει σ’ έναν ράφτη για να ’ναι αξιοπρεπείς . Είναι απελπιστική η κατάσταση . Είμαστε στην πτώση των αξιών , γενικά . Έτσι δεν τους ενδιαφέρει και το ντύσιμο πλέον. Οι παλιοί ήξεραν να ντύνονται . Τους άρεσε το ωραίο . Τώρα πας σ’ έναν γάμο και λες «δε μ’ ενδιαφέρει …θα βάλω κι ένα τζιν» . Έχει εγκαταλειφθεί πλέον αυτό που ήθελαν οι παλιότεροι …να εμφανιστούν σωστά …να περπατήσουν σωστά …. να μην είναι μακρύ τούτο … να μην είναι κοντό το άλλο …να ταιριάζουν τα χρώματα …κλπ!»
Στα χρόνια που η ραπτική ήταν στα πάνω της δεν υπήρχε περίπτωση ένας άντρας ή μια γυναίκα να μην μπορέσει να ράψει ένα καλό ρούχο προσαρμοσμένο απόλυτα στο σώμα του/της . Οι ράφτες και οι μοδίστρες δούλευαν τα ρούχα πόντο – πόντο πάνω στο σώμα του πελάτη , με αποκλειστικό σκοπό ένα τέλειο ρούχο για τον καθένα ξεχωριστά . Σήμερα , στην εποχή του «έτοιμου» , δεν διαλέγεις εσύ το ρούχο αλλά εκείνο διαλέγει εσένα :
«Τα σημερινά ρούχα κάνουνε μόνο για τους στυλάτους ! Οι άλλοι που δεν είναι μοντέλα, είναι όλοι … άσ’ τα να πάνε ! Ενώ τότε … μια παλιά ελληνική ταινία άμα δεις …να δεις ας πούμε τον Παντελή Ζερβό … θα καταλάβεις ! Ένας Παντελής Ζερβός , σήμερα , δεν πρόκειται να βρει ρούχο να φορέσει !»
Το να ράψει ο Γιάννης ένα καλό κουστούμι δεν ήταν (και δεν είναι) καθόλου απλή κι εύκολη δουλειά :
Πρώτα ο πελάτης διάλεγε το ύφασμα . Η ποιότητα του υφάσματος βόηθαγε καθοριστικά τον ράφτη στο να ταιριάξει και να ράψει ένα τέλειο κουστούμι που θα το χαιρόταν ο πελάτης για πολλά-πολλά χρόνια και θα το καμάρωναν και οι γύρω του σε κάθε του έξοδο τις Κυριακές , τις γιορτές και τις σκόλες . Ο Γιάννης θυμάται με νοσταλγία τα παλιά υφάσματα με την αξεπέραστη ποιότητα που σήμερα πια δεν υπάρχουν :
«Υπήρχανε τότε φοβερά υφάσματα ελληνικά όπως του «ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ» (3Α και 3Δ), ήτανε του «ΜΗΝΑΪΔΗ-ΦΩΤΙΑΔΗ» , ήτανε τα « ΜΠΡΙΤΑΝΙΑ» κ.α. . Φανταστικά υφάσματα! Σήμερα δεν υπάρχουνε αυτά πουθενά . Να φανταστείς ο Δημητριάδης έκανε εξαγωγές ! Όταν ορισμένοι πήγαιναν στην Αγγλία για ν’ αγοράσουν τα φημισμένα αγγλικά κασμίρια προκειμένου να φτιάξουν κουστούμι τους λέγανε οι Άγγλοι :
-Αφού είσαι Έλληνας γιατί δεν παίρνεις του Δημητριάδη ; Είναι το καλύτερο ύφασμα που υπάρχει στην αγορά .
Τότε βοηθούσανε πολύ τα υφάσματα , που ήταν πολύ καλά ποιοτικά και «καθόντουσαν όρθια» ! Δουλευόντουσαν ωραία ! Χαιρόσουνα να τα δουλεύεις . Ενώ τώρα ..!» .
Τέλος πάντων , αφού διάλεγε ο πελάτης το ύφασμα , ο ράφτης ρωτούσε ή πρότεινε το στυλ του κουστουμιού , δηλαδή αν θα έχει τρία κουμπιά ή δύο , αν θα ’χει ένα , δύο ή κανένα σκίσιμο το σακάκι , αν θέλει πιέτες στο παντελόνι , αν οι τσέπες θα είναι λοξές ή χασάπικες , αν θέλει ρεβέρ , κλπ , κλπ . Ύστερα του έπαιρνε τα μέτρα με τη μεζούρα (στήθος , πλάτη , μάκρος , μανίκια , καβάλο , κλπ) κι αφού σχημάτιζε σαφή εικόνα για το τι ακριβώς ήθελε ο πελάτης και ποιες ήταν οι απαιτήσεις και οι δυνατότητες του σώματος , άρχιζε η διαδικασία της δημιουργίας:
Η εμπειρία , η θεωρία , η φαντασία , η γεωμετρία και η τέχνη έμπαιναν σε λειτουργία και στενή συνεργασία , για να βγει ένα τέλειο αποτέλεσμα . Με βάση τις μετρήσεις , τα πατρόν έμπαιναν πάνω στο ύφασμα , το σαπουνάκι με τη βοήθεια των ξύλινων πολύτιμων εργαλείων του ράφτη (γνώμονας , ρίγα και στραβόριγα) σημάδευε τις άσπρες γραμμές – οδηγούς πάνω στο ύφασμα , δούλευε και η βελόνα με τη δαχτυλήθρα για το τρύπωμα πάνω στα σημάδια κάνοντας τις λεγόμενες «πάσες», κοβόταν το ύφασμα και μονταριζόταν, μπαίναν από μέσα τα «στηρίγματα» (πλαστρόν και καναβατσότριχα) , άρχιζε το σακάκι (που ήταν και το δυσκολότερο) να παίρνει μορφή , έμπαινε πάνω στην κούκλα , το καμάρωνε ήδη ο ράφτης γιατί «έδειχνε» , ερχόταν 2-3 φορές ο πελάτης για πρόβα για να δουν αν χρειάζεται στένεμα , φάρδεμα ή μάκρεμα ανάλογα με το σώμα , γίνονταν οι απαραίτητες διορθώσεις και ύστερα γινόταν το τελικό ράψιμο με τις μηχανές τις ποδοκίνητες κάποτε , τις ηλεκτροκίνητες κατοπινά , και τέλος το βαρύ σίδερο των 7 κιλών έβαζε την τελευταία πινελιά στη δημιουργία του ράφτη .
«Σήμερα , αν πας μ’ αυτό το σίδερο να πατήσεις ένα ύφασμα έτσι όπως είναι τα σημερινά μάλλον θα το κάψεις . Ενώ τα παλιά υφάσματα ήτανε ποιότητας και χοντρά. Αυτό το σίδερο όταν το ζέσταινες λίγο και το έβαζες πάνω στο βρεγμένο ύφασμα , γινότανε η τσάκιση και οι πιγιέτες ξυράφι ! Στα σακάκια που ήτανε διπλά τα υφάσματα για να τα σιδερώσεις ήθελες πάνω από μία ώρα !».
Τα σακάκια , γενικώς , είχαν τις δυσκολίες τους , αλλά στα παντελόνια τα πράγματα ήταν πιο απλά κι εύκολα για τον ράφτη:
«Στο παντελόνι δεν κάναμε σχεδόν ποτέ πρόβα . Το κόβαμε , το ράβαμε και το φοράγαμε έτοιμο . Πολύ σπάνια αστοχούσε το παντελόνι .Μόνο αν είχε γίνει κάποιο λάθος . Ενώ το σακάκι ήθελε πολλή μαστοριά.»
Ο Γιάννης ο Μερεκούλιας , όπως και όλοι οι καλοί ράφτες της εποχής , είχε την ικανότητα να προσαρμόζει τα έτοιμα πατρόν και τα δεδομένα μεγέθη πάνω στο σώμα του κάθε πελάτη , ακόμα κι όταν αυτό όρθωνε μπροστά του μεγάλα εμπόδια :
«Θυμάμαι έναν πελάτη , ο οποίος ήτανε τόσο πολύ «στραβοχυμένος» που κάθε πλευρά του σακακιού έπρεπε να κοπεί μόνη της . Καθόμουνα , λοιπόν , εγώ και παιδευόμουνα , χωρίς να υπολογίζω χρόνο και κόπο , για να πετύχω το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και να φτιάξω ένα ρούχο , ένα σακάκι , που να ταιριάζει απόλυτα πάνω στο σώμα του , για να μείνει κι αυτός ευχαριστημένος και να ευχαριστηθώ κι εγώ» .
Η ικανοποίηση του Γιάννη δεν ήταν μόνο οικονομική , όταν τέλειωνε ένα κουστούμι . Πάνω απ’ όλα ήταν η ηθική ικανοποίηση ενός δημιουργού που άρχισε μια εργασία από το μηδέν και κατάφερε με την αξιοσύνη του να δώσει μορφή σ’ ένα κομμάτι ύφασμα και να φτιάξει κάτι όμορφο που χάρισε χαρά στον άνθρωπο που το παράγγειλε .
«Έρχονται και τώρα ακόμα άνθρωποι , παλιοί πελάτες , και μου λένε : «Ρε φίλε , εκείνο το κουστούμι που μου ’φτιαξες το ’χω ακόμα … πω πω !!! Το χάρηκα !» Δηλαδή πληρώνεσαι . Ό,τι λεφτά και να πάρεις , αν δε σου πει ο άλλος ότι του άρεσε , δεν ικανοποιείσαι . Έτσι γινότανε τότε . Το νιώθαμε ! Δηλαδή , έπρεπε να σου αρέσει η δουλειά .»
Κι όταν ακόμα ο πελάτης έφευγε ευχαριστημένος από το ραφείο, η ψυχή του ράφτη εξακολουθούσε να έχει ένα κενό , μια αδιόρατη ανησυχία :
-Καλά εδώ στο ραφείο , στην πρόβα ! Έξω όμως που θα το φορέσει . Πώς θα είναι ; Πώς θα δείχνει ;
«Την εποχή εκείνη , την 25η Μαρτίου , την 28η Οκτωβρίου , του Α. Νίκωνος και στις άλλες γιορτές , βγαίναμε οι ράφτες έξω για να δούμε τα ρούχα που φτιάξαμε ! Φόρεσε , δηλαδή , ο τάδε το κουστούμι που του ’φτιαξα … να δούμε πώς ήτανε ! Ήτανε ένα θέμα για μας . Και μεταξύ μας , ρωτούσαμε ο ένας ράφτης τον άλλο πώς είδε το κουστούμι που είχαμε ράψει , κλπ.»
Ο χρόνος που χρειαζόταν για να φτιάξει ο ράφτης ένα κουστούμι ήταν υπόθεση πολλών πραγμάτων , κυρίως όμως ενός :
«Για να ολοκληρωθεί ένα κουστούμι εξαρτάται από την όρεξη που έχεις ! Εμένα μου έχει τύχει να έρθει ένας πελάτης ,ας πούμε , απόγευμα και την άλλη μέρα να έχει πάρει το κουστούμι του !!! Ναι ! Το έχω κάνει αυτό! Επειδή εγώ τυχαίνει με τη δουλειά να ξεχνάω και το ρολόι και να μην ξέρω τι ώρα είναι …να περνάει η ώρα και να λέω : «Πω πω ! Πήγε η ώρα δυόμισι!!!» ας πούμε …Δε δουλεύω και να κοιτάω το ρολόι πότε θα φύγω . Λογικά ένα κουστούμι θέλει τρία μεροκάματα οπωσδήποτε .Τα ραφτικά τότε , 1965 , πρέπει να ’τανε γύρω στις 500-600 δραχμές. Μετά πήγανε στις 1.200 δραχμές .Κάνα δυο ράφτες εδώ στη Σπάρτη , όπως ο Μπούτος ή ο Κοτσιρίλος, που ήτανε φίρμες , έπαιρναν ακριβότερα .»
Αστείρευτος ο Γιάννης στη διήγησή για τη ζωή του ράφτη έχει ανοίξει τη στρόφιγγα της μνήμης και οι αναμνήσεις ρέουν σαν γάργαρο νερό . Θυμάται πώς οι ραφτάδες εκείνου του καιρού έβγαζαν από τη δύσκολη θέση ανθρώπους που είχαν φθαρεί τα παλιά κουστούμια τους και δεν είχαν λεφτά να ράψουν καινούρια:
«Θυμάμαι εκείνη την εποχή μας φέρνανε και «γυρίζαμε» κουστούμια .Να ξηλώσουμε , δηλαδή , το σακάκι ολόκληρο και το «μέσα» να το βγάλουμε έξω . Επειδή απ’ έξω με τον καιρό «τρωγότανε» το ύφασμα σε διάφορα σημεία ενώ από μέσα ήτανε καθαρό , καινούριο , για λόγους οικονομίας τα ’φερναν τα σακάκια των κουστουμιών για «γύρισμα» . Το ξηλώναμε ΟΛΟ το σακάκι απ’ την αρχή …τα πάντα …και το ξαναράβαμε . Αυτό ήτανε μεγάλος μπελάς ! Για το λόγο αυτόν κάναμε τότε τα τσεπάκια του σακακιού ψεύτικα , για να μπορούνε να το γυρίσουνε το σακάκι , κι εκεί στο ψεύτικο τσεπάκι , αριστερά , ράβαμε ένα ψεύτικο μαντιλάκι με τρεις μύτες , για ομορφιά , αφού τότε το είχανε συνήθεια να βάζουνε στην απάνω τσέπη του σακακιού ένα μαντίλι σε χρώμα λευκό ή ταιριαστό με τη γραβάτα , που το τραβάγανε λίγο προς τα έξω ώστε να «δείχνει» ! »
Όμως οι ραφτάδες δεν έφτιαχναν μόνο κουστούμια , σακάκια και παντελόνια . Η τέχνη τους και η εμπειρία τους δεν τους άφηνε ΠΟΤΕ να πουν «ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ» σε κάτι που τους ζητούσαν :
«Η ραπτική είναι καθαρή δημιουργία .Δεν ράβω ! Δημιουργώ πράγματα . Ό,τι θέλεις! Να ! Ένα γιλέκο που είναι πολύ δύσκολο .Έχω φτιάξει … έχω ράψει μέχρι και ράσο ! Έχω ράψει για γυναίκες φορέματα , πολλά ταγιέρ , στρατιωτικές στολές…, αστυνομίας , στρατού , αεροπορίας , γαμπρούς στρατιωτικούς … δηλαδή πολλά πράγματα ! Μερικοί είχανε και ιδιοτροπίες ! Όπως ένας που ήθελε να του βάζω ένα κουμπί μόνο στο σακάκι . Ενός άλλου του έφτιαξα σαράντα πόντους «καμπάνα» στο παντελόνι . Την εποχή του ’70 τα παντελόνια ήταν «καμπάνα» και τα σακάκια με μεγάλα πέτα που φτάνανε μέχρι το μανίκι ! Ό,τι επέβαλε η μόδα .»
Πολλές οι αναμνήσεις του Γιάννη από τη μακρά διαδρομή του στη ραφτική . Πάνω απ’ όλα θυμάται με νοσταλγία , αληθινή αγάπη και ξεχωριστή συγκίνηση , τους παλιούς ράφτες συναδέλφους του :
«Ήτανε τότε στη Σπάρτη πολλοί και καλοί ραφτάδες . Αν θυμάμαι καλά , ήταν περίπου 26 ραφεία σ’ όλη τη Σπάρτη !!! Εκτός από μας , εδώ στη γειτονιά ήταν ο Βλάχος (ο γερο-Βλάχος είχε 4 παιδιά και γίνανε όλοι ραφτάδες ) , ήταν ο Αποστολόπουλος με τον Κωστιάνη ως νεότεροι πριν από μένα , ήταν ο Γιαννακόπουλος , ο Μάζης απέναντι στον Α. Νίκωνα , ο Κουρνιώτης που είχε Ραφείο και Καθαριστήριο μαζί στην Παλαιολόγου , οι Πολίτης –Βαμβαλής κι αυτοί στην Παλαιολόγου , ο Βαχαβιώλος στην πλατεία , ο Μίλτος ο Δούκας εκεί στην πλατεία που πήγε μετά στην Αθήνα , πιο πάνω στην Ευαγγελιστρίας ήτανε ο Κουμάνταρος , πιο πάνω ήτανε ο Μπούτος , εκεί στα συμβολαιογραφεία ήταν ο Κοτσιρίλος , πιο πάνω ο Κανελλάκος , στη Λυκούργου ο Τσούβαλης , στη στοά Γούτου ο Αλιμήσης ο οποίος ήτανε ο πιο καλοντυμένος με το κουστούμι του , το μαντίλι του στο τσεπάκι , τη γραβάτα του …ήταν πάντα τζέντλεμαν …ο μόνος που ντυνότανε σωστά ! Όλοι οι άλλοι ραφτάδες ήτανε λίγο – πολύ… «τίποτα» ! Δε θυμάμαι …σπάνια έβλεπα ράφτη καλοντυμένο . Ξέρεις την παροιμία που λέει : «Παπουτσής ξυπόλητος και ράφτης ξηλωμένος» ! Τέλος πάντων ! Ήτανε ακόμα ο Παυλάκος , ο Τσελέκης , ο Καράγιωργας ο πουκαμισάς στη Λυκούργου δίπλα από του κουρείο του Καραναγνώστη , ο Μουσελές που στο τέλος δούλευε στο καθαριστήριο του Τζανετέα και άλλοι ! Όλοι ήτανε εξαιρετικοί ράφτες ! Για μένα όμως ο καλύτερος ράφτης ήτανε ο Λυμπέρης Βλάχος , στην οδό Βρασίδου , δίπλα από τα γεωργικά φάρμακα του Βασιλάκη.»
Τα ραφεία τότε δεν ήταν μοναχά ένας χώρος επαγγελματικός που πήγαιναν οι άντρες να ραφτούν (οι γυναίκες πήγαιναν στις μοδίστρες) . Ήταν παράλληλα και μια μικρή «αγορά του δήμου», μια καθημερινή αντρική «ρούγα» . Επειδή οι ραφτάδες είχαν μια ξεχωριστή συμπάθεια στην κοινωνία , αλλά κι επειδή η δουλειά τους ήταν το περισσότερο στατική , (πίσω , δηλαδή , από έναν πάγκο ή καθισμένοι στην καρέκλα τους να σχεδιάζουν , να κόβουν και να ράβουν) ήτανε προσιτοί στην παρέα και στην κουβέντα . Έτσι οι φίλοι τους , όταν δεν είχαν δουλειά , μαζεύονταν στο ραφείο και σχολίαζαν την επικαιρότητα , τα μικρά και μεγάλα νέα της πόλης , αστειεύονταν , έλεγαν ιστορίες παλιές και νέες , έπιναν καφέ και κανένα ουζάκι , κλπ , κλπ :
«Θυμάμαι , όταν ακόμα ήμουνα στο ραφείο του μπάρμπα μου , παιδιά του Οικονομικού Γυμνασίου , φίλοι μου από διάφορα χωριά , την κοπανάγανε από το σχολείο κι ερχόντουσαν εκεί μέσα , στο ραφείο . Θυμάμαι ένα παιδί από τη Μάνη , Βαγγέλη το λέγανε , που ερχότανε εκεί συνέχεια ! Την κοπάναγε από το σχολείο.»
Η καλή αυτή συνήθεια της παρέας στο μαγαζί δεν έχει σταματήσει μέχρι σήμερα στο ραφείο του Γιάννη . Σπανίως θα περάσεις από εκεί και δε θα δεις κάποιον φίλο ή φίλους να στέκονται μπροστά στον πάγκο του ράφτη και να τα λένε !
Τα χρόνια , στο μεταξύ , κυλούσαν σαν νερό . Εκατοντάδες Σπαρτιάτες « πέρασαν από το βελόνι» του Γιάννη Μερεκούλια . Η κρίση όμως στη ραπτική όλο και βάθαινε, ιδιαίτερα μετά το 1995 . Ο Γιάννης αναγκάστηκε να προσαρμοστεί επαγγελματικά . Έβαλε στο μαγαζί του και είδη νεωτερισμών : Κουστούμια , σακάκια και παντελόνια έτοιμα , πουκάμισα , μπλουζάκια , κλπ και κατάφερε μέχρι σήμερα να παραμείνει ένας σωστός επαγγελματίας και το κυριότερο ένας Σπαρτιάτης με ήθος που όλοι τον σέβονται , τον αναγνωρίζουν και τον αγαπούν !
Ο Γιάννης Μερεκούλιας (αν και δεν το επεδίωξε) είναι πλέον κομμάτι της ζωντανής ιστορίας της Σπάρτης , ο τελευταίος ράφτης της πόλης , ένας από εκείνους τους απλούς, εργατικούς ανθρώπους , που όταν αρχίζουν τις ιστορίες από περασμένες δεκαετίες, τα μάτια τους γεμίζουν νοσταλγία .
Ο Γιάννης Μερεκούλιας , ο τελευταίος εν ενεργεία ράφτης της Σπάρτης , ευγνωμονεί την τέχνη του , τη Ραπτική , και αναγνωρίζει πως χάρη σ’ αυτήν κατάφερε να ζήσει με αξιοπρέπεια , να κάνει οικογένεια και να αποκτήσει όσα κάθε απλός άνθρωπος του Θεού ονειρεύεται στη ζωή του .
Μεγάλο έπαθλο του πολύχρονου αγώνα του θεωρεί ο Γιάννης την οικογένειά του . Η γυναίκα του Αφροδίτη , το γένος Αντωνίου Τσώνη από τη Βορδόνια , υπήρξε από το 1978 η αχώριστη σύντροφός του στη ζωή , μαζί του στις χαρές αλλά και στήριγμά του στις δυσκολίες . Τα δυο παιδιά τους , ένα αγόρι κι ένα κορίτσι , πήραν από τους γονείς τους όλα εκείνα τα ψυχικά εφόδια που χρειάζεται ένα παιδί , για να γίνει άνθρωπος χρήσιμος στην κοινωνία , καμάρι για τους γονείς κι έπαινος για τους ανθρώπους . Ο Γιώργος είναι σήμερα γιατρός στο νοσοκομείο Α. Ανδρέας της Πάτρας και η Καλλιόπη Πτυχιούχος της Παντείου εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα . Αποκορύφωμα της ανθρώπινης ευτυχίας του Γιάννη Μερεκούλια ο εγγονός του (από το γιο) Γιάννης Μερεκούλιας – Τζούνιορ , η φωτογραφία του οποίου δεσπόζει πάνω από τον πάγκο στο ραφείο του παππού του φωτίζοντας τον ορίζοντα του μέλλοντος με τα καλύτερα χρώματα μιας ανατολής που δε θα ξεθωριάσει ποτέ . Κι ΟΛΑ αυτά χάρη στη ραφτική τέχνη .Τη ραφτική που ο Γιάννης την αγάπησε , την αγαπά και θα την αγαπά για πάντα :
«Εγώ με το ραφτιλίκι είμαι πολύ ευχαριστημένος . Πρώτον γιατί μ’ άρεσε … και τώρα που μιλάμε , παρόλο που σήμερα είναι μια δουλειά που δε μου προσφέρει οικονομικά, (σήμερα δεν μπορείς να ζήσεις σαν ράφτης) εγώ – δόξα τω Θεώ – είμαι ευχαριστημένος , γιατί την αγάπησα τη δουλειά μου και ήθελα ο άλλος να έρθει και να ξαναγυρίσει γιατί έμεινε ευχαριστημένος . Προσπαθούσα πάντα για το καλύτερο. Δόξα τω Θεώ , χάρη στη ραφτική έζησα και ζω και είμαι ευχαριστημένος με βάση και το θυμόσοφο ρητό :
-Τις εστί πλούσιος ;
-Ο εν ολίγοις αναπαυόμενος!
-Τις εστί πτωχός ;
-Αυτός που δεν χορταίνει !
-Και τι εστί άνθρωπος ;
-Φθορά και τάφος !»
Όσο κι αν προσπαθεί να μην σκέφτεται τη στιγμή που θα κλειδώσει για τελευταία φορά το ραφείο του , ύστερα από 40 χρόνια δουλειάς , ξέρει πως εκείνη η στιγμή θα ’ρθει … έρχεται:
«Επειδή είμαι πολύ δεμένος με τη δουλειά μου , δεν μπορώ να ξεφύγω εύκολα . Το μαγαζί το ’χω «γυρίσει» στην κόρη μου , αλλά δεν της αρέσει αυτή η δουλειά . Προσπαθώ να το χωνέψω πως κάποια στιγμή θα φύγω . Ευτυχώς , επειδή έχω κι άλλες ασχολίες , μία με το βιολί , μία με την ψαλτική , μία με το διάβασμα …γιατί μ’ αρέσει να μαθαίνω …δηλώνω συνέχεια μαθητής !»
Γιατί ΝΑΙ ! Ο Γιάννης Μερεκούλιας ο ράφτης , αυτό το χάρισμα της δημιουργίας που του χάρισε ο Θεός , δεν το εξάντλησε μόνο στη ραφτική . Ασχολήθηκε (και ασχολείται) ενεργά με την ψαλτική και είναι πρωτοψάλτης επί 35 συναπτά χρόνια στον Ιερό Ναό Α. Κυριακής στο Αφισού Σπάρτης ενώ θήτευσε με μεγάλη επιτυχία και πρόεδρος επί σειράν ετών στον Σύλλογο Ιεροψαλτών Λακωνίας «Πέτρος ο Πελοποννήσιος» . Η Βυζαντινή Μουσική είναι μια από τις μεγάλες αγάπες της ζωής του κι έχει θυσιάσει χρόνο και κόπο πολύ , ώστε με την ωραία φωνή του να κάνει πράξη επαξίως την παραίνεση του Ψαλμού :
«Αινείτε τον Κύριον ! Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών , αινείτε αυτόν εν τοις υψίστοις»!
Η αγάπη του για τη βυζαντινή μουσική τον έφερε το 1990 κοντά και στο βιολί , με πρώτο δάσκαλο τον μπαρμπα – Κώστα τον Καββαθά από το Μυστρά .
Λέει ο Γιάννης : «Θα μου πεις :ΤΙ ψάχνεις να βρεις ; ΤΙΠΟΤΕ δεν ψάχνω να βρω . Ξέρω μόνο ότι πιάνω το βιολί μου τώρα και παίζω ό,τι θέλεις να παίξω …όλα τα κομμάτια , όλα : Τα απολυτίκια όλα , τα κοντάκια , τις καταβασίες , τις ακολουθίες …τα πάντα τα παίζω . Παίζω και παραδοσιακά τραγούδια από παρτιτούρα , γιατί ξέρω και διαβάζω κι ευρωπαϊκή» .
Κι εκεί απάνω βγάζει ο Γιάννης το βιολί από τη θήκη του , ξεφυλλίζει τις παρτιτούρες , στέκεται σε μια απ’ αυτές και μια όμορφη μελωδία απλώνεται στο ραφείο , βγαίνει από την ανοιχτή πόρτα και γητεύει τους περαστικούς και τους γείτονες :
«Σ’ αγαπώ , σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία …Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία , σ’ αγαπώ γιατί είσαι συ…»
Όμως ο Γιάννης ο Μερεκούλιας , ο τελευταίος ράφτης της Σπάρτης , που στα 1966 , σε ηλικία 13 ετών , λόγω της φτώχειας και της ανάγκης δε συνέχισε στα γράμματα που αγαπούσε και του άρεσαν , αλλά βγήκε στο δρόμο της βιοπάλης, δεν έχασε ποτέ τη δίψα του για γνώση . Το διάβασμα είναι, μέχρι και σήμερα , μέσα στις προτεραιότητες της ζωής του, αφού (από πάντα) κάτι μέσα του τού έλεγε πως η γνώση είναι δύναμη και πως:
«Παιδεία τοις μεν νέοις σωφροσύνη , τοις δε πένησι πλούτος , τοις δε πλουσίοις κόσμος».
Το πτυχίο της «Βυζαντινής Μουσικής» με βαθμό «ΑΡΙΣΤΑ» και το άλλο πτυχίο μαθημάτων «Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας» , 3ετούς κύκλου ελεύθερων σπουδών , που είναι αναρτημένα στο ραφείο του Γιάννη Μερεκούλια μαζί με το πτυχίο της Κοπτικής -Ραπτικής , δείχνουν την ποιότητα της ψυχής και του πνεύματος ενός ανθρώπου που είναι κύριος της ζωής του , που αυτοκαθορίζει την πορεία του και δεν είναι όμηρος της τύχης!
Σήμερα , όποιος μπαίνει στο ραφείο του Γιάννη Μερεκούλια αισθάνεται ότι ο χρόνος έχει σταματήσει ! Όλα είναι στη θέση τους όπως τότε : Ο πάγκος , τα ψαλίδια , το σίδερο, οι μηχανές , οι βελόνες και οι δαχτυλήθρες , οι καρφίτσες , ο γνώμονας , η ρίγα και η στραβόριγα , τα πατρόν , τα φιγουρίνια , το πτυχίο κορνιζαρισμένο ψηλά στον τοίχο …όλα … όλα ! Κι ο Γιάννης εκεί , πάντα ανοιχτόκαρδος , ανθρώπινος , απλός , ζεστός και γελαστός , με τη μεζούρα περασμένη στο λαιμό του να σε καλωσορίζει . Σπανίως πια ράβει κάποιος σήμερα ένα κουστούμι . Ο κόσμος δεν έχει χρήματα και οι καλές εποχές ζουν μόνο στις αναμνήσεις . Τα χρόνια τα ωραία που η αγορά κινούταν και ο κόσμος είχε παιδεία κι επίπεδο πέρασαν ανεπιστρεπτί ! Ο Γιάννης ασχολείται πλέον μόνο με μπαλώματα κι επιδιορθώσεις σε φθαρμένα , πολυκαιρισμένα , φτηνά ρούχα ή σε έτοιμα καινούρια ρούχα που όμως χρειάζονται μεταποίηση.
Σαράντα εννιά , λοιπόν , χρόνια πάνω στη δουλειά , πάνω στη ραπτική , ΤΙ σκοπεύει να κάνει ο Γιάννης Μερεκούλιας , αφού πάρει τη μεγάλη και δύσκολη απόφαση να κλείσει το τελευταίο παραδοσιακό ραφείο της Σπάρτης ;
«Στο σπίτι μου έχω ένα χώρο γύρω στα 60 τετραγωνικά που δεν πρόκειται να τον νοικιάσω ποτέ . Τον έχω για να μεταφέρω εκεί κάποια στιγμή όλα αυτά εδώ τα σύνεργα της δουλειάς μου . Θα βάλω εκεί κι έναν πάγκο και τα εργαλεία μου και θα ασχολούμαι πλέον για μένα , την οικογένειά μου και κανέναν καλό φίλο . Όταν αγαπάς κάτι , οφείλεις να το κρατάς ζωντανό , ακόμα κι αν η ζωή το θέλει νεκρό και και άχρηστο !»
Ο Γιάννης Μερεκούλιας , το 13 χρονο παιδί που κατέβηκε κάποτε από το χωριό του , τον Κεφαλά , στη Σπάρτη , για να παλέψει με τη ζωή , ο Γιάννης Μερεκούλιας , ο τελευταίος ράφτης της Σπάρτης , σήμερα , στα 62 του χρόνια , κοιτάζοντας το μακρύ δρόμο που περπάτησε πίσω του , ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ , να πει εκείνο το βιβλικό ρητό , το οποίο χαρακτηρίζει τη ζωή των ανθρώπων που αγωνίστηκαν έντιμα στον στίβο της ζωής, άφησαν καλές παρακαταθήκες , κατάφεραν να νικήσουν και τώρα ετοιμάζονται να ξεκουραστούν και να απολαύσουν τη γαλήνη και τους καρπούς του αγώνα και της νίκης :
«Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι , τον δρόμον τετέλεκα , την πίστιν τετήρηκα , λοιπόν , απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος …»
Β΄ Τιμοθ. δ΄ 7 – 8
11-9-2015
Βαγγέλης Μητράκος
(Το άρθρο αυτό «ράφτηκε» πάνω στη συνέντευξη που είχε την καλοσύνη να μου δώσει ο φίλος Γιάννης Μερεκούλιας στις 21 Αυγούστου 2015)


